Την εβδομάδα που πέρασε προβλήθηκε το έκτο και τελευταίο επεισόδιο του Ριφιφί του Σωτήρη Τσαφούλια στο Cosmote TV.
Μια τηλεοπτική σειρά που δεν περιορίστηκε στη μυθοπλασία, αλλά έφερε ξανά στο προσκήνιο μια υπόθεση που για δεκαετίες βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον αστικό μύθο.
Η μεγάλη διάρρηξη θυρίδων που αποκαλύφθηκε τον Δεκέμβριο του 1992, στο κέντρο της Αθήνας, δεν ήταν απλώς ένα έγκλημα. Ήταν ένα γεγονός που κλόνισε την αίσθηση ασφάλειας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και άφησε πίσω του περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντήθηκαν ποτέ.
Πριν από τη σειρά, υπήρξε το πραγματικό ριφιφί
Πριν από τη δραματουργία και την τηλεοπτική αφήγηση, υπήρξε ένα πραγματικό γεγονός:
άγνωστοι δράστες εισέβαλαν σε τραπεζικό υποκατάστημα και παραβίασαν δεκάδες θυρίδες, αφαιρώντας χρήματα, κοσμήματα, πολύτιμα αντικείμενα και έγγραφα.
Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο δεν ήταν το μέγεθος της λείας.
Ήταν το γεγονός ότι κανείς δεν κατάλαβε πότε ακριβώς έγινε.
Το ριφιφί δεν αποκαλύφθηκε τη στιγμή που συνέβαινε. Αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, σχεδόν τυχαία — και αυτό ακριβώς ενίσχυσε το μυστήριο γύρω από το πώς, το πότε και από ποιον οργανώθηκε.
Το Σαββατοκύριακο που κανείς δεν κατάλαβε τίποτα
Το Σαββατοκύριακο 19 και 20 Δεκεμβρίου 1992, ο συναγερμός της Τράπεζας Εργασίας, στην οδό Καλλιρόης 19, χτύπησε αρκετές φορές.
Παρόλα αυτά, ούτε τα διευθυντικά στελέχη ούτε η ασφάλεια εντόπισαν κάτι ύποπτο.
Κάτοικοι της περιοχής ανέφεραν αργότερα ότι άκουγαν περίεργους, υπόκωφους θορύβους, χωρίς όμως να τους δώσουν σημασία. Παράλληλα, υπήρχαν μαρτυρίες για άνδρες ντυμένους με στολές της ΕΥΔΑΠ, οι οποίοι κινούνταν ανενόχλητοι γύρω από φρεάτιο κοντά στην τράπεζα — μέρα μεσημέρι.
Η αποκάλυψη ήρθε στις 21 Δεκεμβρίου 1992, όταν αστυνομικές δυνάμεις συγκεντρώθηκαν γύρω από φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ στον Νέο Κόσμο.
Οι θυρίδες που δεν έπρεπε να έχουν ανοιχτεί
Υπάλληλοι του υποκαταστήματος ήταν οι πρώτοι που κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στον χώρο των θυρίδων.
Όσο ο έλεγχος προχωρούσε, η εικόνα γινόταν ολοένα και πιο ανησυχητική: παραβιασμένες θυρίδες, αλλοιωμένες μεταλλικές πόρτες, περιεχόμενα εξαφανισμένα.
Σύντομα έγινε σαφές ότι δεν επρόκειτο για μια απλή διάρρηξη, αλλά για ένα οργανωμένο, μεθοδικό ριφιφί μεγάλης κλίμακας.
Οι δράστες δεν έσπασαν, δεν βιάστηκαν, δεν άφησαν χάος.
Δούλεψαν με χρόνο, γνώση και ακρίβεια.
Αρχικά μιλούσαν για δεκάδες θυρίδες. Στην πορεία, ο αριθμός ανέβαινε συνεχώς.
Δημοσιεύματα της εποχής έκαναν λόγο για 301 παραβιασμένες θυρίδες, σε σύνολο 1.151.
Το τούνελ των 23 μέτρων
Οι έρευνες αποκάλυψαν το πώς:
οι δράστες είχαν αποκτήσει πρόσβαση μέσω γειτονικού χώρου, ανοίγοντας τούνελ μήκους 23 μέτρων κάτω από την οδό Καλλιρόης.
Το φρεάτιο απ’ όπου κατέβαιναν βρισκόταν στη σκεπασμένη κοίτη του Ιλισού.
Το τούνελ κατέληγε στο υπόγειο της τράπεζας, σχεδόν στο κέντρο του κτηρίου, εκεί όπου βρίσκονταν οι θυρίδες.
Τα μπάζα μεταφέρονταν με βαγονέτο πάνω σε ράγες.
Υπολογίζεται ότι τα προϊόντα της εκσκαφής ξεπέρασαν τα 100 κυβικά μέτρα, ενώ οι δράστες είχαν τοποθετήσει υποστυλώματα για να στηρίζουν το έδαφος πάνω από το κεφάλι τους. Το πώς αντιμετώπισαν το πρόβλημα του εξαερισμού παραμένει άγνωστο μέχρι σήμερα.
Στο τέλος της διαδρομής, τρύπησαν τοίχο από μπετόν 60 εκατοστών και ατσάλι 5 εκατοστών, ανοίγοντας μια μικρή οπή ψηλά στη γωνία του δωματίου.
Οι εργασίες είχαν γίνει με τρόπο σχεδόν χειρουργικό.
Χωρίς εκρήξεις. Χωρίς φασαρία. Χωρίς πανικό.
Η λεία και τα ερωτήματα
Όταν οι ιδιοκτήτες των θυρίδων άρχισαν να ειδοποιούνται, το μέγεθος της υπόθεσης έγινε ξεκάθαρο.
Μετρητά, κοσμήματα, οικογενειακά κειμήλια και πολύτιμα έγγραφα είχαν εξαφανιστεί.
Το συνολικό ύψος της λείας δεν υπολογίστηκε ποτέ με ακρίβεια, καθώς το περιεχόμενο των θυρίδων δεν δηλωνόταν επίσημα. Οι εκτιμήσεις της εποχής, ωστόσο, μιλούσαν για δισεκατομμύρια δραχμές.
Η αστυνομική έρευνα ξεκίνησε άμεσα, αλλά από την πρώτη στιγμή φαινόταν ότι οι αρχές βρίσκονταν ένα βήμα πίσω.
Δεν υπήρχαν κάμερες στον χώρο των θυρίδων.
Δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες.
Δεν υπήρχαν σαφή ίχνη.
Ακόμη και σήμερα, παραμένει άγνωστο αν οι θυρίδες ανοίχτηκαν στοχευμένα ή τυχαία.
Τον Ιανουάριο του 1993, βρέθηκαν σε παραλία της Βραυρώνας ομόλογα και επιταγές που προέρχονταν από το συγκεκριμένο υποκατάστημα. Ήταν από τα ελάχιστα υλικά ίχνη που συνδέθηκαν με την υπόθεση.
Το ριφιφί που έγινε μύθος
Με το πέρασμα των ημερών, το ριφιφί άρχισε να αποκτά διαστάσεις θρύλου.
Οι εφημερίδες μιλούσαν για «το ριφιφί του αιώνα», για εσωτερική πληροφόρηση, για δράστες που γνώριζαν τα κενά ενός συστήματος που θεωρούνταν απόρθητο.
Καμία εκδοχή δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ πλήρως.
Καμία σύλληψη.
Καμία οριστική απάντηση.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι, κάπου ανάμεσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας και στα τυφλά σημεία ενός τραπεζικού μηχανισμού, ολοκληρώθηκε μία από τις πιο αθόρυβες και αποτελεσματικές ληστείες που γνώρισε ποτέ η χώρα.

Οι θυρίδες που δεν έπρεπε να έχουν ανοιχτεί
Η λεία και τα ερωτήματα
